Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Θα ντύνομαι τα ακριβά μου πάθη



Θ΄ανταμωθούμε ξανά  με το χρόνο,
στιγμές αιχμηρές κι ανάλαφρες,
που ζωγραφίζουν ελαιώνες αίμα.

Καμβάς και ξετυλίγομαι,
για να με μουντζουρώνεις,
με τέμπερες, θυμό και σπέρμα.

Δεν έμεινε καιρός.

Θα βαφτίζω κάθε ηδονή και ψέμα
σε καθαρό κρασί ανέρωτο,
θα ντύνομαι τα ακριβά μου πάθη
να τα λικνίζω σε αστικές χοροεσπερίδες.

Τα πρωινά θα με φοβάμαι σαν παιδί,
ολόγυμνη σε θλιβερά γραφεία.

Δεν έμεινε καιρός.

Σάρκα ως ανάμνηση και χειραποσκευή
θα πάρω μόνο σ’εκείνο το ταξίδι.
Ανόητοι, θαρρείτε την
ψυχή για φωτοστέφανο.

Δεν έμεινε καιρός.

Ότι κατάφερα κι αγάπησα
μουλιάζει στις άκρες των δαχτύλων μου.
Μελανιασμένα αποτυπώματα
σε ιδρωμένες πλάτες.
Ανόητη, που ξόδεψες το βλέμμα σου
σε ηλιοβασιλέματα.

Δεν έμεινε καιρός.

Σαπουνιστήκαμε προχθές σκοτάδι
και ξεπλυθήκαμε έρωτα ηλιόλουστοι.

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

ΚΟΜΠΟΛΟΪ










Αίμα κι αλμύρα.
Βουτώ το ψωμί μου,
βουτάς την ενοχή σου.
Πασαλειφτήκαμε απληστία,
χορτάσαμε οθόνες,
παχύναμε σαν ματαιοδοξίες.
Τις νύχτες ξύνω στρώσεις λίπος,
τα πρωινά λιμπίζομαι το κρέας αλλονών.
Και πάντα οι συνήθεις ίδιοι
ακάλεστοι στο φαγοπότι.
Δέκα λασπωμένες αλήθειες,
εκατό μουτζουρωμένες δικαιοσύνες,
και όλα μαύρο κομπολόϊ.

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Ακροστιχίδα


Θέλω να πω μια ιστορία,
ραμμένη με κόκκινες κλωστές
που τις ξηλώνω πάντα με μανία.
Να ζει μου λες ή νάζι;  Τολμάς;
Θα με γαζώσω στρίφωμα
κάτω απ το γόνατο σου
και σταυρουδάκι φυλαχτό
σε άφθαρτη φανέλα.

Θέλω να γίνω μια ιστορία ,
με μάχες, ουρανούς και οπωσδήποτε συνθήκες,
να με διδάσκεις πλαγιαστή και υπογραμμισμένη,
νύχτες να με διηγείσαι σιωπηλά
σε συντροφιά με αλκοόλ και γερασμένα πάθη.

Μα τώρα είμαι το πρώτο σου φωνήεν,
ασύμφωνο και στρογγυλό, καμπύλη.
Το ο που μισανοίγει τον παράδεισο,
το ι στην έκρηξη του όχι,
κάποτε και το α στο τέρμα μιας πλήξης.
Ακροστιχίδα ατελής
του ποιητή παιχνίδι.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Εγκράτεια

Τίποτα ολόκληρο,
μισόκλειστο μάτι
δειλή και η υποδοχή.
Τίποτα για πάντα,
μια βδομάδα θα σε περιμένω,
δυο λεπτά θα σε ακούσω.
Κάτι λίγο για το δρόμο,
ένα κλωναράκι φιλιά
μια χουφτίτσα αγγίγματα.
Συνήθεια οι σταγόνες,
οι καταρράχτες καρτποστάλ.
Αν τα μετρήσω όλα ,
δυο άγριες παλάμες
που γλείφω να χορτάσω.
Μα είδα φεγγάρια ολόκληρα
και φωτισμένους δρόμους,
νύχτα κολύμπησα σ’ ωκεανό
και αγκαλιές με σφίξανε δεμάτια.
Τι τίποτα, τι όλο, τι πολύ,
το κάτι του
σαν φορτωμένο δέντρο.
Κι εγώ τρυγώ,
μια γεύση,
μια οσμή,
μια βλεφαρίδα βλέμμα.
Γυμνή στον άσπρο ίσκιο του,
καλότυχη φτωχή.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Ποτέ δεν πρασινίζει



Ανέμελα σφυρίζοντας ο ουρανός δεν χαμηλώνει,
όσο κι αν του χαμογελούν ολόλευκα οι επιθυμίες.
Κι εκείνο το χορτάρι που το νοτίζουν βλέφαρα
στο περιβόλι μιας αυγής, ποτέ δεν πρασινίζει.
Δάχτυλα θερμοφόρες σε μαρμαρένια ανατριχίλα
για ν’ αναβλύζει αστείρευτα σπέρματα προδοσία.
Ξανθό ασκί πού λίκνιζες ξέχειλο υποσχέσεις
και πάλι μόνο άγριους θάμνους κανακεύεις.
Κουδούνιζαν στις κλειδαρότρυπες τα όνειρα
συνθέταν κρότους σεισμικούς και αναθυμιάσεις.
Που να κρυφτείς, και πως θα ξημερώσει;
Να μασουλάς δυο περσινά φιλιά κάτω απ τη γλώσσα,
να ξεφλουδίζεις σιωπηλά δυό ξεραμένα χάδια,
κι όταν η προίκα σου θα λιώσει απ' την οργή
θα δείς στον ξύπνιο τους ζωγραφιστή ανατολή
και στον δικό σου φεγγαρένιο αίμα. 

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

ΘΕΛΗΜΑΤΑ

'Οταν την πρωτοείδα ήμουν πιτσιρίκος. Κουτσοβοήθησα στην μετακόμιση στο καινούργιο της σπίτι. Νιόπαντρη, με το χαμόγελο της να υπερβάλλει μια αψεγάδιαστη ομορφιά. Όλη η έννοια της ήταν εκείνη η ολοκαίνουργια σκαλιστή σερβάντα που τοποθετήθηκε με μεγάλη φροντίδα ακριβώς κάτω από το παράθυρο του σαλονιού.

Μετά πέρασαν χρόνια. Όταν την ξαναείδα της κουβάλησα τσουβάλια χώμα που είχε παραγγείλει για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο. Χήρα, με την θλίψη να υπογραμμίζει μια συννεφιασμένη γοητεία που δεν έλεγε να την αφήσει.

Τελευταία φορά που την είδα ήταν πέρσι. Εγώ μαζί με έναν ακόμη γείτονα την ξεκρεμάσαμε από την θηλιά του δέντρου που βρέθηκε νεκρή. Κανείς δεν πίστευε πως ήταν δυνατόν να μεγαλώσει τόσο πολύ μια ακακία, μέσα σε μια σερβάντα, κάτω από το παράθυρο, στο σαλόνι. Οι ρίζες της ξεχύνονταν μέσα από τα ξεχαρβαλωμένα συρτάρια, κάτασπρος ορμητικός χείμαρρος ολόιδιος με τα λυτά μαλλιά της.

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Σημεία στίξης











Ευέλικτη.
Χωρούσε αγόγγυστα σε μια παρένθεση.
Με κάθε φεγγαρόφωτο την μεταμόρφωνε σε πρόταση,
αντικείμενο και υποκείμενο εύκολα παίζοντας εναλλάξ.
Όσο για ρήματα, αμέτρητος σαρκαστικός κατάλογος.
Θαυμάζει, εμπιστεύεται, χαιδεύει, παθιάζεται,
ζηλεύει, θυμώνει, αγαπάει, κοροιδεύει, φοβάται....
Πριν φανεί το πρώτο φως της έβαζε με βιάση άνω τελεία.
Εκείνη ριγώντας, κουκουλωνόταν σαν παλτό ξανά τις δυο μικρές καμπύλες.
Κάποτε τους πήραν είδηση ανελέητα τα κόμματα,
δεχότανε πυρά ορυμαγδόν και από τις παύλες.
Μερόνυχτα αμύνονταν μόνο μ΄αποσιωπητικά.
Στο τέλος την παρέδωσε δεμένη με αγκύλες.
Ήταν πανσέληνος που έβαλε ολόμαυρη τελεία.
Μονάχα δύο δάκρυα, ολόιδια εισαγωγικά, κυλήσανε απ’ τα υγρά της μάτια.
Τα κράτησε κι αυτά για αναμνηστικό που στρίμωξε,
σε κάποια μύχια σκέψη που ντύθηκε επίσημα επίλογος.
« Να ξέρεις σ’ονειρεύτηκα  στην αγκαλιά μου ολόγυμνη, χωρίς ερωτηματικά,
  ολόκληρη έμοιαζες η βασική πάραγραφος σ’ ένα κυρίως θέμα!».

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Ανακάλυψη

Σιγοψηνόταν, μύριζε σάρκα.
Κάτι γοητευτικά ακαθόριστο,
σαν ψέμα που το έκαιγε ο ήλιος.
Δεν ήταν.
Και μετά το σερβίρισαν.
Ευωδίαζε μυστηριακά αρώματα
σαν σανταλόξυλο σε νύχτα ηδονής.
Δεν ήταν.
Και ύστερα το κατασπάραξαν.
Διαμελίστηκε σε χιλιάδες κομματάκια,
σαν ένας υπέροχα αταίριαστος έρωτας.
Ήταν.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Σαφάρι

Ο πατέρας μου έλειπε συχνά σε σαφάρι∙ χακί αμπέχωνο και ένα μπέζ παντελόνι με τσάκιση ξυράφι, μήπως χρειαστεί να σταματήσει στο γραφείο, να κυνηγήσει για λίγο μικροαστισμό (ήταν εύκολο και άφθονο κυνήγι απ’ ότι έλεγε). Στην δεξιά τσέπη οι σφαίρες για τις ύαινες, στην αριστερή οι πιο μεγάλες, για τ’ αφεντικά.
Φορούσε πάντα πράσινες γαλότσες για τις λάσπες και τις συνεδριάσεις. Δεν του άρεσε να λερώνεται σε καμία περίπτωση, ήταν ξεκάθαρο. Έφευγε νωρίς το πρωί μ’ένα πορτοκαλί αερόστατο που το έδενε στην ταράτσα, δίπλα στο πλυσταριό, και το φόρτωνε με κάτι τεράστια καλειδοσκόπια. «Μεγάλη σπατάλη» γκρίνιαζε καθημερινά η μαμά, και προς μεγάλη της ευχαρίστηση κάθε που κόντευε να τελειώσει ο μήνας πηγαινοερχόταν με το λεωφορείο. Του τέλειωναν βλέπετε οι ελπίδες, συγνώμη τα χρήματα ήθελα να πω, και έπρεπε αναγκαστικά να κάνει οικονομία. Πάντως πρέπει να ομολογήσω ότι μάλλον δεν ήταν κανένας καλός κυνηγός. Δεν θυμάμαι να έφερε ποτέ τίποτα. «Δεν βάζω εγώ τομάρια στο σπίτι μας» έλεγε στην μαμά που τον υποδεχόταν πάντα σαρκαστικά. Ένα απόγευμα χάρισε το αερόστατο σε κάτι ζητιανάκια της γειτονιάς, μας έκανε γονική παροχή τα καλειδοσκόπια, έβγαλε και το αμπέχωνο, και βούλιαξε στον παλιό καναπέ της κουζίνας. «Δεν ξαναβγαίνω από το σπίτι είπε», σήμερα κόντεψα να πεθάνω. Με πέρασαν για θήραμα. «Ο καινούργιος διευθυντής» φώναζαν και ξαφνικά με σημάδευαν όλοι μαζί οι φίλοι μου. Ξεκίνησε να καπνίζει και όταν έφτασε στο 59 τσιγάρο τον χάσαμε. Στην κηδεία του είχε εκατοντάδες κόσμο. Ορτύκια, κολιμπρί, μπεκάτσες, λιοντάρια, αηδόνια, ελάφια, φασιανούς και άλλα μυστηριώδη πολύχρωμα πλήθη. «Σα φάροι ήταν τα μάτια του» μουρμούριζαν όλοι μοιρολογώντας. Η μαμά μου απαγόρεψε την είσοδο στα κοράκια, σε όσους κρατούσαν μαύρες ομπρέλες, στα ερπετά και τους κουστουμαρισμένους. Φαίνεται τελικά τον αγαπούσε.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Ψυχές σαν ποταμόπλοια


Σκούρο ολόγιομο και άλικο ποτάμι,
υγρός μα κι άνθρακας θησαύριζε,
στις τρύπιες τσέπες κάποιας σκονισμένης πόλης.

Ψυχές  σαν ποταμόπλοια κατάπινε για αιώνες,
τέτοιες που δεν τους έλαχε η θάλασσα ποτέ,
τις έφτυνε ναυάγια  στον σιωπηλό βυθό του.

Στις όχθες του χορεύανε ζευγάρια πεθαμένα δέντρα,
κιθάρα παίζανε παλιοί αναστεναγμοί και πιάνο χίλιοι φόβοι,
στολίδι κατακόκκινα πουλιά  στα ολόγυμνα κλαδιά τους.

Μου’παν πως είναι μυστικό μα πρέπει να το ξέρω,
ευχές ολόλευκες ανθίζουνε κάθε ξημέρωμα Απρίλη,
και πρασινίζουνε χαμόγελα σαν φύλλα πικροδάφνης.

Και κάθε που μοστράριζε το δειλινό, όσο το μάτι φτάνει,
αναδυόταν ξαφνικά, στρατιές ολόγυμνα παιδιά  χειμώνες,
με γέλια για δολώματα και παιδικά τραγούδια δίχτυα.

Σφυρίζοντας  αδειάζανε σε βάρκες που ‘μοιαζαν πατρίδα,
γυαλιστερά ξεβράσματα να τα’χουν παιδικά  παιχνίδια,
και  κάποια τυχερά,  αξόδευτες, χαμένης μάνας αγκαλιές.

Έσμιξα στα κρυφά, μ’ολόχρυση καινούργια αποχή,
και κάθε που την σήκωνα τη γέμιζα με ξεφτισμένα χρόνια χέλια,
και αμέτρητα σπαρταριστά παράπονα που βρώμαγαν λυγμούς,

Είναι που ξόδεψες νωρίς και σπάταλα την τύχη του πρωτάρη,
μου φώναξε δακρύζοντας ο ποιο μικρός φλεβάρης.
Μην τα πετάξεις όμως.

Βάλτα σε ξύλινο σεντούκι κι έλα την πρώτη βροχερή αυγή,
βαφτίζουνε τους άπιστους και τους χαρίζουν μέλλον,
μα τούτα δώ τα θέλουνε πάντα για παρακαταθήκη.

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

DECADENCE


Αδικία είπες, και ξεβίδωσες την λάμπα να μην μας βλέπει το αύριο. Σε κουκούλωσα μέχρι το κεφάλι να μην κρυώσουν τα γερασμένα σου όνειρα, και εκεί στα σιωπηλά σκοτάδια εφηύραμε την αθωότητα από την αρχή. Όταν ξημέρωσε, μπήκε αδίστακτο το φως στο δωμάτιο, και σκότωσε αθόρυβα δυό ενήλικα παιδιά.
Μετά, ξεπλύναμε τα αίματα, ήπιαμε στο πόδι ένα φλυτζάνι υπομονή, και  βγήκαμε με παλτό την συνήθεια στους δρόμους. Μασούσαμε για κολατσιό μια μπαγιάτικη σουσαμένια θλίψη. Φιληθήκαμε στη γωνία των πρότερων ημερών μας και στρίψαμε σε δύο διακλαδώσεις της ίδιας παρακμής.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Μια άνοιξη


Ήρθαν αράδα αφρόντιστοι χειμώνες
και άλλα τόσα τυχαία καλοκαίρια.

Την άνοιξη κοντοστεκόμασταν,
ψωνίζαμε φρέσκους γκρεμούς,
ήλιοι ξαπλώναμε σε ανθισμένα βράχια.

Κατρακυλώντας κάποιο αφηρημένο Μάρτη,
χλωρό κλαδί που με υποδέχτηκε τα χέρια σου.

Για δες με τώρα των αναστεναγμών αντίλαλε.

Τι όμορφα που αιωρούμαι αγάπη μου,
σαν ανοιξιάτικο μπουφάν σφιγμένο στη γροθιά σου!

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Ποιά Θάλασσα


Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη

Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς

Είναι καρδιές που μάθαμε σα γράμματα ανοιγμένα
είναι τραπέζια που κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά

Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σα νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ' ανάστημά του
καμμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό

Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα 'ναι αρκετά μεγάλη
για να χωρέσει τον καημό που μάζεψε η ψυχή;

Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
(Μουσική : Βασίλης Δημητρίου)

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Αλλά τα βράδια


Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ' το δέντρο που βρέχεται…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες…
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
(Μουσική: Γιώργος Τσαγκάρης)

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Δυό τρία απογεύματα


Και όλο όλο κράτησε δυό τρία απογεύματα.
Τα πρωινά κοιμόμασταν στο κάτι.
Τις νύχτες πάλι σχεδιάζαμε το όλο.
Και εκεί ανάμεσα επέπλεε το ίσως.
Στα δειλινά και τις ανατολές
μας ξεγελούσε το μαζί.
Ώσπου μια γκρίζα Κυριακή
που δεν ξεχώριζες τις ώρες
μας νίκησαν τα όχι.
Δευτέρα σήμερα,
και φεύγω βιαστική προς το γιατί.

Για τον Α.Κ. που μου ξεκλείδωσε τις πόρτες της γραφής μετά από χρόνια!

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Τα φλογερά ποτέ



















Μάτια που επέπλεαν σε άσπρη θλίψη
και χέρια δακρυσμένα σε στάση εμβρυακή,
θάλασσα λέξεις σε πέλαγα σκοτάδια,
με βότσαλα ελπίδα σε άμμο προσμονής.

Αμηχανία οι στιγμές του «θέλω» ,
άλογα ατίθασα κάλπαζαν τα «δεν μπορώ»,
πάθη ροζέ κροτάλιζαν σαν ζάρια,
τζόγος σικέ μ’ακάματους νικητές.

Πετάς δυο στίχους και μια οικεία μουσική,
να ξεστομίσουν όλα όσα δεν λες ,
ήχοι για μάρτυρες ατάραχης δειλίας,
με τάραξαν καλέ μου πιότερο κι από αστραπές.

Για δες πως κατακάθισε το χθές,
μέρες να το ξεπλένω δεν αρκούν.
Ανοιγοκλείνει δάχτυλα να φύγει το κακό
και ζωγραφίζει αγκαλιές να μοιάζουν αλυσίδες.

Τι μένει τελικά σαν αναστεναγμός,
το όχι, το γιατί, το πάμε παρακάτω,
η υγρασία ίσως στα σφιγμένα χείλη,
για να δροσίζει στωικά τα φλογερά ποτέ

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Αγω(ο)νία


Να μην κοιτάζεις τον ήλιο κατάματα.
Στο είπα.
Σελήνη παραμονεύει, θες δεν θες.
Καλωσήρθες λοιπόν ωραία συγκατάβαση.
Να’σαι κάπως στα υπόλoιπα ζωής μου.
Όπως, όποτε και όσο θέλω εγώ.
Το βλέμμα σου να τεντώνει ρυτίδες
και να με κυματίζει σε όμορφο χθές.
Η υγρασία να σαπίζει αργά τα τείχη μας
και ν’αγκαλιάζουμε τη μούχλα ερωτικά.
Δεν είσαι προσμονή και στόχος ζωτικός.
Συνθετικό υποκατάστατο της γλύκας,
να μην παχαίνουνε τζάμπα τα όνειρα μου.
Με ασημένια ψηλοτάκουνα πέδιλα
και κατάμαυρη μπογιατισμένη γοητεία
άνοιξα διαπλατα τα πόδια μου στον εγωισμό.
Οργασμός σε λάγνα αναμονή.
Διακόπτες με μανία ανοιγοκλείνουνε
αναζητώντας το γαλάζιο ασφαλές φώς.
Θυμάσαι πως έτρεμε το γέρικο γόνατο σου
όταν παιδιάστικα έγειρα το κεφάλι;
Αιχμηρές γωνίες, με τρόμαζαν οι λέξεις σου
τραχιές αξύριστες και οι υποσχέσεις.
Και ότι μου ταζες έμοιαζε με αργυραμοιβό,
που μ’ έβαλες ενέχυρο αντί να ξεπουλήσεις.
Κάτσε, μη φεύγεις. Έχεις που να πας;
Δημοπρατώ απόψε όλα μου τα χρόνια.
Μαζεύτηκαν πολλοί τυφλοί για πλειοδότες.
Ή θα σ’αρπάξω σιωπηλά και βίαια εγώ
ή ενθρονίσου βασιλιάς ανόητων συναλλαγών.
Δε με ενδιαφέρει-ς πλέον φίλε.
Κοιτάζω στον καθρέφτη μου και βλέπω τρύπες.
Κι άλλα μπαλώματα σε κουρασμένους ράφτες;
Να με πετάξω σκέφτομαι να ανοίξει λίγος χώρος,
στους ίδιους σκουπιδότοπους λιμνάζουσας νοσταλγίας.
Άσε καλύτερα, θα με φρεσκάρω βλέμματα - ψέμματα
να καμαρώνουν όνειρο όσοι θα με ξαναγοράσουν.
Λίγο ακόμη.
Μετά, (πότε μετά;) έχω ραντεβού να με ξαναγνωρίσω.
Με μπούκλες καρουλάκια και δάχτυλο στο στόμα.

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Μποέμ


Σκύλος δειγμάτιζε υπομονή κι αλήτικη ζωή.

Το σκονισμένο μαύρο τρίχωμα βουρτσίζει,
στις άοκνες τσάρκες του να καθρεφτίζεται
γυαλιστερό και ολόγιομο το παθιασμένο ψέμα.

Λυκνίζει με ξεφτισμένο νάζι την ταλαίπωρη ουρά,
κεραία να συντονιστούν οι ξέμπαρκοι συνωμότες.

Ράφια σωρό υποκρισίας προσμένουν για ξεσκόνισμα,
στις δαιδαλώδεις διαδρομές του επιτηδευμένου έρωτα.

Στο στόμα του κρατάει φανταχτερό δερμάτινο λουρί,
αδιάκριτα προσμένοντας αφέντη γνώριμης υποταγής,
παράλληλα να τον βολτάρει  σε μνήμες συντροφιάς,
καμάρι ιδιοκτησίας, δε βαριέσαι...και σφραγίδα επιλογής.

Να απλωθεί πεθύμησε  σε μια αστραφτερή νησίδα ήλιου,
να καίγεται ηδονικά και ανέμελα όταν τον προσπερνούν,
και στωικά ν’ αδιαφορεί σε υπόχρεα χαϊδέματα περαστικών.

Θα 'ρθουν ξανά, οι χίλιες και μια νύχτες του αργότερα
και ολόφωτη η ασημένια πόλη θα του αφιερωθεί σαν τάμα,
ανυπότακτη  πατρίδα των απανταχού αγάπης μισθοφόρων.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Δεν έρχονται όλα ξαφνικά



Δεν έρχονται όλα ξαφνικά.
Η μαγεία δεν συνοδεύει πάντα σαν κλισέ.
Κάποτε έρχονται σαν πρωινός καφές.
Σαν αγαπημένη αχνιστή συνήθεια.
Ήταν ανέκαθεν δίπλα στα τσιγάρα.
Απλά το αγνοούσες.
Και μια νύχτα πήρε όνομα.
Του χάρισες και λέξεις, φθόγγους.
Υποκλίθηκες, και όταν σηκώθηκες δεν είχε φύγει.
Αποκοιμήθηκες γυμνή στο βλέμμα του
κι εκείνος δεν σου γύρισε την πλάτη.
Όχι, τίποτα δεν έμοιαζε παρ’ όλα αυτά απρόσμενο.
Εκείνος σε βεβαίωνε πως έτσι πρέπει να’ναι.
Δοκίμασες εγωισμούς, θύμους, παράπονα,
περιμένοντας να σου θυμίσει έκπληξη.
Τίποτα.
Καφές, τσιγάρο, χλωμό πρωινό, εφημερίδα,
και μια τρυφερότητα να τα αγκαλιάζει όλα.
Ζωντανή, να δίνει φως και χρώμα.



Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

ΛΕΥΚΟ ΠΑΠΛΩΜΑ



Κατάλευκο χιόνι παντού. Λευκό στα υγρά μου μάτια.
Κάτι σαν αθωότητα χαμένη,
να σκεπάζει τις νοσηρές μου νοσταλγίες.
Λευκό χαρτί για να το μουντζουρώσω
με ουράνια τόξα έρωτες.
Και ελπίδες που χρυσίζουνε στη λάσπη.
Θάρθει ξανά αχόρταγος ο ήλιος,
και όλα θα λιώσουνε σαν αμαρτίες.
Αυτές που μας τυλίγανε τις παγωμένες νύχτες.
Χιόνι για να στολίσουμε ασχήμιες και γιατί.
Χιόνι για να αστράφτουν τα κουρασμένα χαμόγελα
Χιόνι για να παγώσουν οι κούφιες προσμονές.
Και μετά; Μετά λευκές άγραφες υποσχέσεις.
Αυλαία.

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Στην χώρα του "ποτέ ξανά" (Πρίστινα, Κόσοβο, Ιανουάριος 2010)























Θα' ρθει καιρός που θ' αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα
εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη -
μη βλέπεις εμένα - μην κλαίς
Εσύ εισ' η ελπίδα
άκου θα' ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δεν θα βγαίνουν στην τύχη
Δεν θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γυρμένους απέξω
Και τη δουλεά θα τη διαλέγουμε
δε θα' μαστε αλογα
να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι - σκέψου!-
θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι - καταπίεση - μοναξιά - τιμή -
κέρδος - εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία -
δε θέλω να λέω ψέματα -
δύσκολοι καιροί.
Και θα' ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω - μην περιμένεις κι απο μένα πολλά -
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω καλά
"Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος".
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ' όλα αυτά Μαρία
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ - ΙΔΙΩΝΥΜΟ
(μη με ρωτάτε ακριβώς το γιατί, αλλά βλέπωντας αυτά τα σήματα μπροστά σ'ένα εμπορικό κέντρο στην Πρίστινα θυμήθηκα αυτούς τους στίχους. Σκυφτή και σκεφτική απομακρύνθηκα. Στην επόμενη στροφή δυο νέες εικόνες μου επιβεβαίωσαν πως ο Πήτερ Παν πέρασε ευτυχώς και απο δώ, στον δρόμο για την επιστροφή στη χώρα του ποτέ ποτέ.  Οι καλύτεροι του φίλοι πάντοτε ήταν από τις χώρες του "ποτέ ξανά". )


Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΡΓΑ!














Το μικρό τελευταίο σου κουμπάκι
ξεκούμπωτο σημάδι μοναξιάς,
ολόκληρη φροντίδας ιστορία
σε πρωινά φιλιά αποχωρισμού
στην πόρτα μας.

Το δεύτερο ορφανό σου μαξιλάρι
σε σχήματα αστεία προσμονής μου,
γλυπτό μορφής υπό κατασκευή
σε νύχτες προσχέδιων ονείρων
στο κρεββάτι μας.

Τα χέρια σου αιώνιο γαιτανάκι
ατέλειωτο ταξίδι χωρίς στάσεις,
στο βάθος του ορίζοντα εγώ προορισμός
σε αγκαλιές σωμάτων γεωγραφία
στο κεφαλόσκαλο μας.

Ζωή και αντικείμενα.
Ημικύκλια και πανσέληνοι.
Μισοτελειωμένα παζλ και παιδικές ζωγραφιές.
Το όλο και το τίποτα.
Και κάπου ανάμεσα, σχεδόν εμείς.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Παραμυθάκι



Ζούσανε αυτοί καλά.
Ο δράκος ήτανε μετανάστης
και τον σκοτώνανε σιγά σιγά.
Κι εμείς αδιάφοροι καλύτερα.

Ζούσανε αυτοί καλά.
Η μάγισσα ή κακιά ήτανε έφηβος
και τον φορτώνανε κούφιες υποσχέσεις.
Κι εμείς αμμέτοχοι, καλύτερα.

Ζούσανε αυτοί καλά.
Ο κακός ο λύκος ήτανε φτωχός
και τον πνίγανε όλοι μαζί στα χρέη.
Κι εμείς κουτσομπολεύοντας, καλύτερα.

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου
ποιός είναι ο πιo άδικος;

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Ματ μέρες με γυαλιστερές μυρωδάτες σκέψεις


Άχρωμες, αδιάφορες φιγούρες κινούνται εκνευριστικά στην τηλεόραση, πασπαλισμένες με ξώφαλτσες μουσικές ασανσέρ. Καρφώνω τα μάτια μου στα ανάκατα μαλλιά μου που αντανακλούν στην οθόνη. Δεν ήταν γυαλιστερή η μέρα μου σήμερα, κάτι σε ματ της ανίας θύμιζε περισσότερο. Υπάρχει illustration ζωή άραγε πουθενά αλλού εκτός απ' τα περιοδικά; Και τα κενά πως τα γεμίζεις όταν δεν τα μπουκώνεις με φαγητό; Χαμογελώ όπως μου είπε ο Αντρέας, αλλά η αντανάκλαση σταθερά ασπρόμαυρη. Θέλω να βουτήξω τα πόδια μου σε μουσκεμένη άμμο και να φτιάξω τρέχοντας μια διαδρομή κυματιστή...  Λέτε να την ακολουθήσει κάποιος έστω και από περιέργεια; Θα προλάβει ή  θα μου τη σβήσουνε ζηλόφθονα κύμματα αληθινά;  Στό τέλος της, ( εκεί που παίζει αιώνιο κρυφτό ο ήλιος), θα βάλω ένα μικρό δάσος από φουντωτούς βασιλικούς και θα δέσω πολύχρωμα κουρελάκια. Και όταν ρωτήσει "είναι κανείς εδώ;" θα πεταχτώ με χίλια κατακόκκινα χαμόγελα από την άκρη του δάσους. Έτσι ότι και να γίνει τελικά να δεις που όταν όταν με φέρνει στο μυαλό του η πρώτη σκέψη του θά 'χει πάντα κύμματα και βήματα στην άμμο, χρώματα και αρώματα καλοκαιριού. Πειράζει που θέλω να μ'αγαπούν έστω και ψιλοσκηνοθετημένα;

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Ωδή στην εκκεντρικότητα σου















Αντάμοιψε με. Κόψε μου ρόγες σταφύλι για δροσιά.
Ήλιος μεσόγειος βασίλεψε στην πορφυρένια πόλη.
Πήρες νωπά τα φύλλα από το χώμα, στα δωρίζω μου’πες.
Χρυσός, πορφύρα κι αναστεναγμοί σε στεφανώνανε.
Το δειλινό ο σύντροφος σ’ αιθέριες περιπλανήσεις.
Φεγγάρι της Αθήνας θαμπό σ’ αργυροστόλιζε.
Ο διαλεχτός μπροστάρης των ονείρων,
της μοναξιάς δεινός ήσουνα τροβαδούρος.
Περπάτησες, διάβηκες ανθρώπων τις ψυχές,
Μονάχα μιας τον πόνο σου απευθύνω.
Νοστάλγησα το τρύπιο πανωφόρι μου,
μέσα του έσταζαν μερόνυχτα, κραυγές.
Το πήρες για ενθύμιο, μουσείο των λαθών,
Συλλέκτης ήσουνα σπανίων αισθημάτων,
τα πρόδιδες ευθύς με το που τα καταχωρούσες.
Άραγες γυάλινοι θόλοι εκθέτουν την ψυχή μου,
και ποιός μπορεί να την θαυμάζει;
Αλέτρι ήταν τα μάτια σου σε γόνιμα χωράφια,
είδα τις λάμψεις, κουτή και παρασύρθηκα.
Λόγο το λόγο, ζωές, αρχές εξανεμίστηκαν,
Κι έπειτα, έπειτα άδειασα......
Σαν μπάλλα από αφρό στο σύμπαν ταξιδεύω.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Στις αλμυρές κορφές του παραδείσου


Αλμυρό χιόνι όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου.
Θα σε ανεβάσω στην κορυφή να ψηθεί το παιδικό δέρμα που σε βαζανίζει.
Τα μάτια θα βλέπουν μπλέ, ώσπου να γίνουν ουρανός.
Θα κυλίσω τα δάκρυα σου να διατηρηθούν αιώνια, να μην ξεχνώ πως ώρες ώρες μ'αγαπάς.
Θα γεμίσω τις χούφτες μου και θα στολίσω όλες σου τις βλεφαρίδες.
Λευκές κουρτίνες να τις ανοίξεις διάπλατα να μπει το φως που σου'χω φυλάξει.
Να με περιμένεις, θάρθω να σε βρώ εκεί. Στις αλμυρές κορφές του παραδείσου.
Τώρα δεν προφταίνω. Ανεβοκατεβαίνω στο βυθό για να διαλέξω σπίτι.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Αμμόλοφοι



Άνοιξε τις πόρτες της Ιθάκης,
προχώρα στις άκρες της χαράς,
ήλιε πόσες ώρες φωτιάς θαρρείς
λατρεύει το είναι του κανείς.


Κανείς δεν κλαίει με θυμό
όταν ο πόνος της μέρας βαρύνει,
στάζουν οι πίκρες στις γκρίζες γειτονιές
γεμίζουν χιλιάδες ματιές σου τρελλές.


Τρελλές αμαζόνες θωρώ να γελούν
στην τέντα από κάτω γίνεται γλέντι,
φιέστες χλωμές οι φωνές του καιρού,
απορίες, κραυγές, οι θύτες του καλού.


Καλού θεού πατρίδα το βλέμμα σου
σαν αρμενίζεις τις ελπίδες στο πέλαγο,
αστραπές στα κοραλλένια λειβάδια
σαν δεις πως η χαρά ήταν τρανή μα άδεια.


Άδεια καλάθια ακούμπησες στην πόρτα
προσμένωντας πλήθος αγάπες κι αγκαλιές,
πήρες δυό μάτια κέρινα και άγνωστα,
ήταν μου είπες σκιαγμένα λόγια, άρρωστα.


Άρρωστα περιστέρια σταθήκαν στην αυλή
ένα παιδί μ΄ένα χαμόγελο έσκυψε να τα γιάνει,
τρέξανε οι μοίρες να το περιγελάσουνε
αμμόλοφοι οι Ιθάκες θα τις χαλάσουνε.


ΥΓ. Ενα νησί με δυνατούς ανέμους έχει πάντα αμμόλοφους, τουλάχιστον στα δικά μου πολύχρωμα όνειρα.  Το μόνο που με βασάνιζε με αυτή την πρώτη ανάρτηση ήταν ότι ήθελα να γράψω κάτι καινούργιο, κάτι που να είναι γεμάτο από τους ήχους και τις εικόνες του νησιού μου. Και όλο το ανέβαλα, και όλο το σχεδιάζα στο μυαλό μου, και όλο κάτι τύχαινε... Και τελικά σήμερα το βράδυ ένας φίλος μου είπε με τον τρόπο του ότι για να πας στο καινούργιο χρειάζεται να διασχίσεις μια γέφυρα από το παλιό. Και εγώ  σκέφτηκα ότι ούτως ή άλλως έτσι έχω σχεδιάσει να πατήσω το πόδι μου για πρώτη φορά στο νησί μου. Διασχίζοντας μια παλιά, ξύλινη και φαγωμένη από το αλάτι, προβλήτα. Κάτι σαν γέφυρα ανάμεσα στη σχεδία που με ταξίδευε και στο Elli's island...  Έτσι λοιπόν και αυτό το παλιό εφηβικό ποιηματάκι μου, δεν είναι αυτό που ήθελα να δημοσιεύσω πρώτο, αλλά η γέφυρα για αυτό...