Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013
Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013
Το λίγο του χρόνου
Κάτι βαθιές σιωπές παράξενες ηχούν
Παραμερίζεις τα κλαδιά βλέπεις τώρα τα πράγματα πιο σφαιρικά ωστόσο πάλι δεν κατανοείς τα σημαίνοντα του κόσμου ετούτου τελικά δεν ήμασταν γι' αυτήν εδώ τη ζωή σίγουρα μας κράτησαν λάθος τραπέζι
Τώρα πλέον έχεις κατανοήσει
Το λίγο του χρόνου έχεις κατανοήσει
Σε ποια οριακά σημεία βρίσκονται
Τα φιλιά
Και τα λόγια
Κλείτος Κύρου
Από τη συλλογή Ο πρωθύστερος λόγος -ενότητα Επιμύθιο(1996)
Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013
Η ευτυχία είναι μπλέ της θάλασσας.
Η ευτυχία είναι βράχια και αμμουδιές.
Η ευτυχία είναι μεσημεριανός ήλιος.
Η ευτυχία είναι δειλινό μελτέμι.
Η ευτυχία είναι νησί.
Η ευτυχία είναι νησί που δεν πας μόνος.
Μπορεί να τη λένε Ιθάκη, Αμοργό, Γιουκάλι....
Δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει η θάλασσα μέσα μας.
Και το αλάτι στις βλεφαρίδες μας.
Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013
BON VIVEUR

Mια μεθυσμένη βαθιά αναπνοή δεν έφτανε.
Κι όλο το καλοδιαλεγμένο κόκκινο του κρασιού έμοιαζε ηλιοξεθωριασμένο.Αλλά κι ο καπνός, άκομψο, μισοτελειωμένο σύννεφο.
Πνιγερή ανία στα συνήθη τελετουργικά.
Έσκυψε γυμνή, με υγρά χείλη
και έκοψε περιμετρικά και σταθερά το ακροδάχτυλο του ποδιού με το μαχαίρι του τυριού.
Αυτό το αίμα μάλιστα!
Καινούργιο. Αφρισμένο, ολόφρεσκο και πορφυρό σαν νοτισμένο τριαντάφυλλο μπακαρά.
Κι ο πόνος. Πρωτογενής, ανεξερεύνητος.
Δεν μπορούσε να τον ανιχνεύσει σε καμία μνήμη.
Άνοιξε καινούργιο κρασί.
Σαγηνευτική βραδιά!
Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013
ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ
Από εδώ ως τα χέρια του,
κόκκινη σιωπή,
αέρας,
και λευκά φοβισμένα τοπία
Από εδώ ως το στόμα του,
πολεμική οργή,
ήλιος,
και γέρικες βουβές προσευχές.
Από εδώ ως τα μάτια του,
ελικοειδές ταξίδι,
σκόνες,
και ιδρωμένα ασπρόμαυρα όνειρα.
Από εδώ ως το εμείς,
ανυποψίαστα χιλιόμετρα.
Με φύλλα,
κύματα,
σκιές,
και απομεσήμερα
ιχνηλατώ τα περιγράμματα σου.
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013
ΓΕΝΙΚΗ
Παλεύω με κάτι παράθυρα,
τα ανοίγω.
Μαύρο κουστούμι φωτισμένο.
Τινάζω ένα λευκό σεντόνι,
το τεντώνω.
Μπούκλες γκρίζες, σχεδόν ιπτάμενες.
Ξεσκονίζω τα παλιά βιβλία,
τα ξεφυλλίζω.
"Περπατούσα πάνω στο γυαλί της λάμπας'*
Κλειστά παράθυρα,
τσαλακωμένα σεντόνια,
στίχοι από παλιά βιβλία.
Παλεύαμε τα σώματα,
τινάζαμε τις νύχτες,
ξεσκονίζαμε λυγμούς.
Φθινοπώριασε.
Καιρός για γενική καθαριότητα αγάπη μου.
* Θυμάσαι τις
νύχτες;Για να σε
κάνω να γελάσειςπερπατούσα
πάνω στο γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες.
Μα ήταν τόσο απλό
αφού μ’ αγαπούσες.
Τάσος Λειβαδίτης, «Σε μια γυναίκα», από τη συλλογή Ανακάλυψη
Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013
03.45 π.μ.
Στις 3.45 το ξημέρωμα η ζωή συχνά μοιάζει πολύ απλή.
Βλέμματα αμφίβολα βαφτίζονται με γενναιοδωρία λάγνα.
Οι αγκαλιές αποκτούν μια ελαστικότητα σπάνια και χωράνε και τα πιο γιγάντια ψέματα.
Τα τσιγάρα που ανάβουν με συχνότητα βλεφαρίσματος γεννούν μια αδιαπραγμάτευτη σιγουριά.
Τα συνθήματα στους τοίχους της νύχτας που απομακρύνεται μιλάνε όλα για αγάπη, που αναζητείται, διεκδικείται, επαναστατεί, μεγαλουργεί, αγάπη όπως και να'χει.
Ο ουρανός στις 3.45 σε κυκλώνει σαν αντανάκλαση θάλασσας Αυγουστιάτικου δειλινού στις κυκλικά αιώνιες Κυκλάδες μας.
Το διπλανό σου σώμα, το ονειρικό σώμα, σάρκινο ή άυλο, μεταξωτό η χνουδάτο σχεδόν σαν, ίσως και, - μαξιλάρι, είναι εκεί, και αυτό είναι μια βεβαιότητα, περίπου σαν γεγονός.
Στις 3.45 το ξημέρωμα η μέρα δεν έφυγε ακόμη.... η μέρα δεν ήρθε ακόμη....
Κ' εκείνη ακριβώς την ώρα,
η ζωή απλή μέσα στην καπνισμένη της σιωπή,
αιωρείται για λίγο,
λιτή, φωτεινή, αιθέρια και μεγαλοπρεπής,
σαν το λευκό σου πουκάμισο στην πρύμνη του Ροδάνθη.
Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012
Φοβόμουνα ανέκαθεν τα ροζ απογεύματα. Εγώ ποτέ έλεγα, Α-Π-Ο-Κ-Λ-Ε-Ι-Ε-Τ-Α-Ι . Στους ύπνους αλλά και στα νυχτέρια τα έβαφα όλα πρασινογάλαζα και μύριζαν βανίλια, αλμύρα, φίλους, εραστές και τσίπουρο. Ένα πρόσφατα χθεσινό απόγευμα ,μύριζε θυμό και ερημιά , ήτανε κιτρινομουσταρδί, με μουτζουρωμένο μακιγιάζ και ρουφούσε μπύρες... Παρόλα αυτά όσο νύχτωνε επέτρεπε μια μυρωδιά δυόσμου, ένα χαμόγελο ψηφιακά ζωγραφιστό για αρχή, κάτι ρουμπινί στίχους, και παγωμένες γουλιές μαλαγουζιάς. Τουλάχιστον ρε γαμώτο δεν υπάρχει ακόμη ούτε υποψία ροζ και τα μαλλιά μου είναι σταθερά και απίστευτα σγουρά. Όσο για τα άλλα τι χαρά να σου απαντάς κάποιες φορές γαλήνια, ψιθυριστά και φωναχτά "γιατί αυτό έτσι είναι" ....
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
ΟΧΙ ΦΛΕΒΕΣ
Με αγγίζω.
Δεν είναι φλέβες αυτά που ψηλαφώ.
Είναι σκληροί σβώλοι.
Ένα αγκίστρι που σκούριασε χωρίς ψαριά.
Ένα χαμόγελο που έλιωσε κερένιο και σκοτείνιασε.
Κάποιο άγγιγμα που ξέφυγε στα ακροδάχτυλα.
Ένας ιδρώτας του που δεν έγλειψα γαμώτο.
Ανοησίες που λές .... τέτοιου είδους.
Α! και ακόμη μια φωτογραφία μου που έσκισα.
Δεν θα σκίσω ποτέ ξανά φωτογραφία μου.
Θα σκίζω μόνο σελίδες από ημερολόγια
εφημερίδες
βιβλία
περιτυλίγματα από δώρα άδωρα
και χάρτινες αφέγγαρες νύχτες,
άντε και κάτι μέρες ριζόχαρτο θαμπό.
Και θάμαι που λές τότε,
πιο όμορφη και από πεταλούδα που ξαποσταίνει,
εγω η πριγκίπισσα του μουντζουρωμένου χρόνου
σε κάποιες παιδικές σας ζωγραφιές.
Τόσο πολύ!
Ολόκληρη μια φευγαλέα λάμψη
σε ουρανό που βλέπει ο άγνωστος.
Εκείνος που ομολογήστε το
όλες σκιαγραφήσατε συχνά πυκνά.
Κάτοικος κατακόκκινου πλανήτη
που τον διασχίσαμε στα σκοτεινά,
με ταχύτητα, πάυσεις
και κοφτές θορυβώδεις ανάσες.
ΛΙΑΚΑΔΑ
Κάποιος μου είπε ότι αποτραβήχτηκα σαν την λιακάδα.
Δεν ξέρω.
Είναι που σκοτεινιάζουμε φορές φορές για να δούμε αν μπορούμε να μας προσδιορίσουμε στο κενό.
Είναι που και η σαχλαμάρα κολλάει σαν βδέλλα πάνω μας.
Και που αναζητάμε ήρωες, σωτήρες και άλλους τέτοιους δεινοσαύρους.
Που ξεφλουδίζουμε το δέρμα μας αργά αργά μπας και αναδυθούμε νέοι, ολοκαίνουργιοι, λουστρίνια της ζωής μας
Είναι και που ο έρωτας δεν είναι στόχος για να τον πετύχεις...
Είναι κάτι λαβύρινθοι σου λέω που μόνο άμα πετάξεις θα ξεφύγεις.
Η λιακάδα όμως την άνοιξη χορεύει δερβίσικα...
Κι εγώ λέω να την ξαναακολουθήσω ακόμη κι αν ζαλιστώ και πέσω.
Πρώτη φορά δεν θα'ναι.
Δεν ξέρω.
Είναι που σκοτεινιάζουμε φορές φορές για να δούμε αν μπορούμε να μας προσδιορίσουμε στο κενό.
Είναι που και η σαχλαμάρα κολλάει σαν βδέλλα πάνω μας.
Και που αναζητάμε ήρωες, σωτήρες και άλλους τέτοιους δεινοσαύρους.
Που ξεφλουδίζουμε το δέρμα μας αργά αργά μπας και αναδυθούμε νέοι, ολοκαίνουργιοι, λουστρίνια της ζωής μας
Είναι και που ο έρωτας δεν είναι στόχος για να τον πετύχεις...
Είναι κάτι λαβύρινθοι σου λέω που μόνο άμα πετάξεις θα ξεφύγεις.
Η λιακάδα όμως την άνοιξη χορεύει δερβίσικα...
Κι εγώ λέω να την ξαναακολουθήσω ακόμη κι αν ζαλιστώ και πέσω.
Πρώτη φορά δεν θα'ναι.
Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011
ΦΩΤΟΣΚΙΑΣΕΙΣ
Κι όταν πριν λίγο σκύψατε,
βαθύ πηγάδι εντός μου.
Κόκκινο διαυγές, φρέσκο κρασί το φως μου,
πως τολμά και από που σας αντιφέγγει;
- σας τύλιξα γλυκό σκοτάδι μέλι.
Φωνάξτε τους γνωστούς εθελοντές
που σας χτυπάνε κάρτα χρόνια,
καινούργια έχουνε αποστολή,
να γλύφουν τους πηχτούς σας φόβους.
Γελώ που τα κατάφερα και γίνατε
με το στανιό δικοί μου φίλοι,
και μου εξιστορείτε σχεδόν νοσταλγικά
ουτοπικές φωτός σας αναμνήσεις.
Για λίγο να ξέρετε κι αυτό,
άλλωστε δεν μοιράζομαι ποτέ το στέρημα μου,
κάλλιο να σας γυρίσω πίσω,
στις λάμπες φθορισμού που ονοματίζατε ζωή.
Κι όσο για το σκοτάδι, το 'χω ξαναδεί,
μια πολιτεία ενοχές χαρτογραφεί εντός σας.
Μόνη, μ' αρχαίο κλεφτοφάναρο,
θα με φωτίσω φλέβα-φλέβα,
όχι πως τάχα εγώ είμαι η εκλεκτή,
μα πάντα με βαραίνανε τα περσινά μου ρούχα.
Αργότερα μπορεί και να τα ξαναπούμε,
όταν αδειάσουν οι βυθοί,
και πικραθούν τα μέλια,
σε θάλασσα Αυγουστιάτικα ζεστή,
αράδες αναδυομένες Αφροδίτες.
Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010
Θα ντύνομαι τα ακριβά μου πάθη
Θ΄ανταμωθούμε ξανά με το χρόνο,
στιγμές αιχμηρές κι ανάλαφρες,
που ζωγραφίζουν ελαιώνες αίμα.
Καμβάς και ξετυλίγομαι,
για να με μουντζουρώνεις,
με τέμπερες, θυμό και σπέρμα.
Δεν έμεινε καιρός.
Θα βαφτίζω κάθε ηδονή και ψέμα
σε καθαρό κρασί ανέρωτο,
θα ντύνομαι τα ακριβά μου πάθη
να τα λικνίζω σε αστικές χοροεσπερίδες.
Τα πρωινά θα με φοβάμαι σαν παιδί,
ολόγυμνη σε θλιβερά γραφεία.
Δεν έμεινε καιρός.
Σάρκα ως ανάμνηση και χειραποσκευή
θα πάρω μόνο σ’εκείνο το ταξίδι.
Ανόητοι, θαρρείτε την
ψυχή για φωτοστέφανο.
Δεν έμεινε καιρός.
Ότι κατάφερα κι αγάπησα
μουλιάζει στις άκρες των δαχτύλων μου.
Μελανιασμένα αποτυπώματα
σε ιδρωμένες πλάτες.
Ανόητη, που ξόδεψες το βλέμμα σου
σε ηλιοβασιλέματα.
Δεν έμεινε καιρός.
Σαπουνιστήκαμε προχθές σκοτάδι
και ξεπλυθήκαμε έρωτα ηλιόλουστοι.
Τρίτη 1 Ιουνίου 2010
ΚΟΜΠΟΛΟΪ
Αίμα κι αλμύρα.
Βουτώ το ψωμί μου,
βουτάς την ενοχή σου.
Πασαλειφτήκαμε απληστία,
χορτάσαμε οθόνες,
παχύναμε σαν ματαιοδοξίες.
Τις νύχτες ξύνω στρώσεις λίπος,
τα πρωινά λιμπίζομαι το κρέας αλλονών.
Και πάντα οι συνήθεις ίδιοι
ακάλεστοι στο φαγοπότι.
Δέκα λασπωμένες αλήθειες,
εκατό μουτζουρωμένες δικαιοσύνες,
και όλα μαύρο κομπολόϊ.
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Ακροστιχίδα
Θέλω να πω μια ιστορία,
ραμμένη με κόκκινες κλωστές
που τις ξηλώνω πάντα με μανία.
Να ζει μου λες ή νάζι; Τολμάς;
Θα με γαζώσω στρίφωμα
κάτω απ το γόνατο σου
και σταυρουδάκι φυλαχτό
σε άφθαρτη φανέλα.
Θέλω να γίνω μια ιστορία ,
με μάχες, ουρανούς και οπωσδήποτε συνθήκες,
να με διδάσκεις πλαγιαστή και υπογραμμισμένη,
νύχτες να με διηγείσαι σιωπηλά
σε συντροφιά με αλκοόλ και γερασμένα πάθη.
Μα τώρα είμαι το πρώτο σου φωνήεν,
ασύμφωνο και στρογγυλό, καμπύλη.
Το ο που μισανοίγει τον παράδεισο,
το ι στην έκρηξη του όχι,
κάποτε και το α στο τέρμα μιας πλήξης.
Ακροστιχίδα ατελής
του ποιητή παιχνίδι.
Τετάρτη 12 Μαΐου 2010
Εγκράτεια
Τίποτα ολόκληρο,
μισόκλειστο μάτι
δειλή και η υποδοχή.
Τίποτα για πάντα,
μια βδομάδα θα σε περιμένω,
δυο λεπτά θα σε ακούσω.
Κάτι λίγο για το δρόμο,
ένα κλωναράκι φιλιά
μια χουφτίτσα αγγίγματα.
Συνήθεια οι σταγόνες,
οι καταρράχτες καρτποστάλ.
Αν τα μετρήσω όλα ,
δυο άγριες παλάμες
που γλείφω να χορτάσω.
Μα είδα φεγγάρια ολόκληρα
και φωτισμένους δρόμους,
νύχτα κολύμπησα σ’ ωκεανό
και αγκαλιές με σφίξανε δεμάτια.
Τι τίποτα, τι όλο, τι πολύ,
το κάτι του
σαν φορτωμένο δέντρο.
Κι εγώ τρυγώ,
μια γεύση,
μια οσμή,
μια βλεφαρίδα βλέμμα.
Γυμνή στον άσπρο ίσκιο του,
καλότυχη φτωχή.
μισόκλειστο μάτι
δειλή και η υποδοχή.
Τίποτα για πάντα,
μια βδομάδα θα σε περιμένω,
δυο λεπτά θα σε ακούσω.
Κάτι λίγο για το δρόμο,
ένα κλωναράκι φιλιά
μια χουφτίτσα αγγίγματα.
Συνήθεια οι σταγόνες,
οι καταρράχτες καρτποστάλ.
Αν τα μετρήσω όλα ,
δυο άγριες παλάμες
που γλείφω να χορτάσω.
Μα είδα φεγγάρια ολόκληρα
και φωτισμένους δρόμους,
νύχτα κολύμπησα σ’ ωκεανό
και αγκαλιές με σφίξανε δεμάτια.
Τι τίποτα, τι όλο, τι πολύ,
το κάτι του
σαν φορτωμένο δέντρο.
Κι εγώ τρυγώ,
μια γεύση,
μια οσμή,
μια βλεφαρίδα βλέμμα.
Γυμνή στον άσπρο ίσκιο του,
καλότυχη φτωχή.
Τετάρτη 5 Μαΐου 2010
Ποτέ δεν πρασινίζει
Ανέμελα σφυρίζοντας ο ουρανός δεν χαμηλώνει,
όσο κι αν του χαμογελούν ολόλευκα οι επιθυμίες.
Κι εκείνο το χορτάρι που το νοτίζουν βλέφαρα
στο περιβόλι μιας αυγής, ποτέ δεν πρασινίζει.
Δάχτυλα θερμοφόρες σε μαρμαρένια ανατριχίλα
για ν’ αναβλύζει αστείρευτα σπέρματα προδοσία.
Ξανθό ασκί πού λίκνιζες ξέχειλο υποσχέσεις
και πάλι μόνο άγριους θάμνους κανακεύεις.
Κουδούνιζαν στις κλειδαρότρυπες τα όνειρα
συνθέταν κρότους σεισμικούς και αναθυμιάσεις.
Που να κρυφτείς, και πως θα ξημερώσει;
Να μασουλάς δυο περσινά φιλιά κάτω απ τη γλώσσα,
να ξεφλουδίζεις σιωπηλά δυό ξεραμένα χάδια,
κι όταν η προίκα σου θα λιώσει απ' την οργή
θα δείς στον ξύπνιο τους ζωγραφιστή ανατολή
και στον δικό σου φεγγαρένιο αίμα.
Σάββατο 17 Απριλίου 2010
ΘΕΛΗΜΑΤΑ
'Οταν την πρωτοείδα ήμουν πιτσιρίκος. Κουτσοβοήθησα στην μετακόμιση στο καινούργιο της σπίτι. Νιόπαντρη, με το χαμόγελο της να υπερβάλλει μια αψεγάδιαστη ομορφιά. Όλη η έννοια της ήταν εκείνη η ολοκαίνουργια σκαλιστή σερβάντα που τοποθετήθηκε με μεγάλη φροντίδα ακριβώς κάτω από το παράθυρο του σαλονιού.
Μετά πέρασαν χρόνια. Όταν την ξαναείδα της κουβάλησα τσουβάλια χώμα που είχε παραγγείλει για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο. Χήρα, με την θλίψη να υπογραμμίζει μια συννεφιασμένη γοητεία που δεν έλεγε να την αφήσει.
Τελευταία φορά που την είδα ήταν πέρσι. Εγώ μαζί με έναν ακόμη γείτονα την ξεκρεμάσαμε από την θηλιά του δέντρου που βρέθηκε νεκρή. Κανείς δεν πίστευε πως ήταν δυνατόν να μεγαλώσει τόσο πολύ μια ακακία, μέσα σε μια σερβάντα, κάτω από το παράθυρο, στο σαλόνι. Οι ρίζες της ξεχύνονταν μέσα από τα ξεχαρβαλωμένα συρτάρια, κάτασπρος ορμητικός χείμαρρος ολόιδιος με τα λυτά μαλλιά της.
Μετά πέρασαν χρόνια. Όταν την ξαναείδα της κουβάλησα τσουβάλια χώμα που είχε παραγγείλει για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο. Χήρα, με την θλίψη να υπογραμμίζει μια συννεφιασμένη γοητεία που δεν έλεγε να την αφήσει.
Τελευταία φορά που την είδα ήταν πέρσι. Εγώ μαζί με έναν ακόμη γείτονα την ξεκρεμάσαμε από την θηλιά του δέντρου που βρέθηκε νεκρή. Κανείς δεν πίστευε πως ήταν δυνατόν να μεγαλώσει τόσο πολύ μια ακακία, μέσα σε μια σερβάντα, κάτω από το παράθυρο, στο σαλόνι. Οι ρίζες της ξεχύνονταν μέσα από τα ξεχαρβαλωμένα συρτάρια, κάτασπρος ορμητικός χείμαρρος ολόιδιος με τα λυτά μαλλιά της.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











