Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Ανακάλυψη

Σιγοψηνόταν, μύριζε σάρκα.
Κάτι γοητευτικά ακαθόριστο,
σαν ψέμα που το έκαιγε ο ήλιος.
Δεν ήταν.
Και μετά το σερβίρισαν.
Ευωδίαζε μυστηριακά αρώματα
σαν σανταλόξυλο σε νύχτα ηδονής.
Δεν ήταν.
Και ύστερα το κατασπάραξαν.
Διαμελίστηκε σε χιλιάδες κομματάκια,
σαν ένας υπέροχα αταίριαστος έρωτας.
Ήταν.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Σαφάρι

Ο πατέρας μου έλειπε συχνά σε σαφάρι∙ χακί αμπέχωνο και ένα μπέζ παντελόνι με τσάκιση ξυράφι, μήπως χρειαστεί να σταματήσει στο γραφείο, να κυνηγήσει για λίγο μικροαστισμό (ήταν εύκολο και άφθονο κυνήγι απ’ ότι έλεγε). Στην δεξιά τσέπη οι σφαίρες για τις ύαινες, στην αριστερή οι πιο μεγάλες, για τ’ αφεντικά.
Φορούσε πάντα πράσινες γαλότσες για τις λάσπες και τις συνεδριάσεις. Δεν του άρεσε να λερώνεται σε καμία περίπτωση, ήταν ξεκάθαρο. Έφευγε νωρίς το πρωί μ’ένα πορτοκαλί αερόστατο που το έδενε στην ταράτσα, δίπλα στο πλυσταριό, και το φόρτωνε με κάτι τεράστια καλειδοσκόπια. «Μεγάλη σπατάλη» γκρίνιαζε καθημερινά η μαμά, και προς μεγάλη της ευχαρίστηση κάθε που κόντευε να τελειώσει ο μήνας πηγαινοερχόταν με το λεωφορείο. Του τέλειωναν βλέπετε οι ελπίδες, συγνώμη τα χρήματα ήθελα να πω, και έπρεπε αναγκαστικά να κάνει οικονομία. Πάντως πρέπει να ομολογήσω ότι μάλλον δεν ήταν κανένας καλός κυνηγός. Δεν θυμάμαι να έφερε ποτέ τίποτα. «Δεν βάζω εγώ τομάρια στο σπίτι μας» έλεγε στην μαμά που τον υποδεχόταν πάντα σαρκαστικά. Ένα απόγευμα χάρισε το αερόστατο σε κάτι ζητιανάκια της γειτονιάς, μας έκανε γονική παροχή τα καλειδοσκόπια, έβγαλε και το αμπέχωνο, και βούλιαξε στον παλιό καναπέ της κουζίνας. «Δεν ξαναβγαίνω από το σπίτι είπε», σήμερα κόντεψα να πεθάνω. Με πέρασαν για θήραμα. «Ο καινούργιος διευθυντής» φώναζαν και ξαφνικά με σημάδευαν όλοι μαζί οι φίλοι μου. Ξεκίνησε να καπνίζει και όταν έφτασε στο 59 τσιγάρο τον χάσαμε. Στην κηδεία του είχε εκατοντάδες κόσμο. Ορτύκια, κολιμπρί, μπεκάτσες, λιοντάρια, αηδόνια, ελάφια, φασιανούς και άλλα μυστηριώδη πολύχρωμα πλήθη. «Σα φάροι ήταν τα μάτια του» μουρμούριζαν όλοι μοιρολογώντας. Η μαμά μου απαγόρεψε την είσοδο στα κοράκια, σε όσους κρατούσαν μαύρες ομπρέλες, στα ερπετά και τους κουστουμαρισμένους. Φαίνεται τελικά τον αγαπούσε.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Ψυχές σαν ποταμόπλοια


Σκούρο ολόγιομο και άλικο ποτάμι,
υγρός μα κι άνθρακας θησαύριζε,
στις τρύπιες τσέπες κάποιας σκονισμένης πόλης.

Ψυχές  σαν ποταμόπλοια κατάπινε για αιώνες,
τέτοιες που δεν τους έλαχε η θάλασσα ποτέ,
τις έφτυνε ναυάγια  στον σιωπηλό βυθό του.

Στις όχθες του χορεύανε ζευγάρια πεθαμένα δέντρα,
κιθάρα παίζανε παλιοί αναστεναγμοί και πιάνο χίλιοι φόβοι,
στολίδι κατακόκκινα πουλιά  στα ολόγυμνα κλαδιά τους.

Μου’παν πως είναι μυστικό μα πρέπει να το ξέρω,
ευχές ολόλευκες ανθίζουνε κάθε ξημέρωμα Απρίλη,
και πρασινίζουνε χαμόγελα σαν φύλλα πικροδάφνης.

Και κάθε που μοστράριζε το δειλινό, όσο το μάτι φτάνει,
αναδυόταν ξαφνικά, στρατιές ολόγυμνα παιδιά  χειμώνες,
με γέλια για δολώματα και παιδικά τραγούδια δίχτυα.

Σφυρίζοντας  αδειάζανε σε βάρκες που ‘μοιαζαν πατρίδα,
γυαλιστερά ξεβράσματα να τα’χουν παιδικά  παιχνίδια,
και  κάποια τυχερά,  αξόδευτες, χαμένης μάνας αγκαλιές.

Έσμιξα στα κρυφά, μ’ολόχρυση καινούργια αποχή,
και κάθε που την σήκωνα τη γέμιζα με ξεφτισμένα χρόνια χέλια,
και αμέτρητα σπαρταριστά παράπονα που βρώμαγαν λυγμούς,

Είναι που ξόδεψες νωρίς και σπάταλα την τύχη του πρωτάρη,
μου φώναξε δακρύζοντας ο ποιο μικρός φλεβάρης.
Μην τα πετάξεις όμως.

Βάλτα σε ξύλινο σεντούκι κι έλα την πρώτη βροχερή αυγή,
βαφτίζουνε τους άπιστους και τους χαρίζουν μέλλον,
μα τούτα δώ τα θέλουνε πάντα για παρακαταθήκη.

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

DECADENCE


Αδικία είπες, και ξεβίδωσες την λάμπα να μην μας βλέπει το αύριο. Σε κουκούλωσα μέχρι το κεφάλι να μην κρυώσουν τα γερασμένα σου όνειρα, και εκεί στα σιωπηλά σκοτάδια εφηύραμε την αθωότητα από την αρχή. Όταν ξημέρωσε, μπήκε αδίστακτο το φως στο δωμάτιο, και σκότωσε αθόρυβα δυό ενήλικα παιδιά.
Μετά, ξεπλύναμε τα αίματα, ήπιαμε στο πόδι ένα φλυτζάνι υπομονή, και  βγήκαμε με παλτό την συνήθεια στους δρόμους. Μασούσαμε για κολατσιό μια μπαγιάτικη σουσαμένια θλίψη. Φιληθήκαμε στη γωνία των πρότερων ημερών μας και στρίψαμε σε δύο διακλαδώσεις της ίδιας παρακμής.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Μια άνοιξη


Ήρθαν αράδα αφρόντιστοι χειμώνες
και άλλα τόσα τυχαία καλοκαίρια.

Την άνοιξη κοντοστεκόμασταν,
ψωνίζαμε φρέσκους γκρεμούς,
ήλιοι ξαπλώναμε σε ανθισμένα βράχια.

Κατρακυλώντας κάποιο αφηρημένο Μάρτη,
χλωρό κλαδί που με υποδέχτηκε τα χέρια σου.

Για δες με τώρα των αναστεναγμών αντίλαλε.

Τι όμορφα που αιωρούμαι αγάπη μου,
σαν ανοιξιάτικο μπουφάν σφιγμένο στη γροθιά σου!

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Ποιά Θάλασσα


Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη

Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς

Είναι καρδιές που μάθαμε σα γράμματα ανοιγμένα
είναι τραπέζια που κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά

Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σα νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ' ανάστημά του
καμμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό

Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα 'ναι αρκετά μεγάλη
για να χωρέσει τον καημό που μάζεψε η ψυχή;

Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
(Μουσική : Βασίλης Δημητρίου)