Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

ΟΧΙ ΦΛΕΒΕΣ



Με αγγίζω.
Δεν είναι φλέβες αυτά που ψηλαφώ.
Είναι σκληροί σβώλοι.
Ένα αγκίστρι που σκούριασε χωρίς ψαριά.
Ένα χαμόγελο που έλιωσε κερένιο και σκοτείνιασε.
Κάποιο άγγιγμα που ξέφυγε στα ακροδάχτυλα.
Ένας ιδρώτας του που δεν έγλειψα γαμώτο.
Ανοησίες που λές .... τέτοιου είδους.
Α! και ακόμη μια φωτογραφία μου που έσκισα.
Δεν θα σκίσω ποτέ ξανά φωτογραφία μου.
Θα σκίζω μόνο σελίδες από ημερολόγια
εφημερίδες
βιβλία
περιτυλίγματα από δώρα άδωρα
και χάρτινες αφέγγαρες νύχτες,
άντε και κάτι μέρες ριζόχαρτο θαμπό.
Και θάμαι που λές τότε,
πιο όμορφη και από πεταλούδα που ξαποσταίνει,
εγω η πριγκίπισσα του μουντζουρωμένου χρόνου
σε κάποιες παιδικές σας ζωγραφιές.
Τόσο πολύ!
Ολόκληρη μια φευγαλέα λάμψη
σε ουρανό  που βλέπει ο άγνωστος.
Εκείνος που ομολογήστε το
όλες σκιαγραφήσατε συχνά πυκνά.
Κάτοικος κατακόκκινου πλανήτη
που  τον διασχίσαμε στα σκοτεινά,
με ταχύτητα, πάυσεις
και κοφτές θορυβώδεις ανάσες.

ΛΙΑΚΑΔΑ

Κάποιος μου είπε ότι αποτραβήχτηκα  σαν την λιακάδα.
Δεν ξέρω.
Είναι που σκοτεινιάζουμε φορές φορές για να δούμε αν μπορούμε να μας προσδιορίσουμε στο κενό.
Είναι που και η σαχλαμάρα κολλάει σαν βδέλλα πάνω μας.
Και που αναζητάμε ήρωες, σωτήρες και άλλους τέτοιους δεινοσαύρους.
Που ξεφλουδίζουμε το δέρμα μας αργά αργά μπας και αναδυθούμε νέοι, ολοκαίνουργιοι, λουστρίνια της ζωής μας
Είναι και που ο έρωτας δεν είναι στόχος για να τον πετύχεις...
Είναι κάτι λαβύρινθοι σου λέω που μόνο άμα πετάξεις θα ξεφύγεις.
Η λιακάδα όμως την άνοιξη χορεύει δερβίσικα...
Κι εγώ λέω να την ξαναακολουθήσω ακόμη κι αν ζαλιστώ και πέσω.
Πρώτη φορά δεν θα'ναι.


Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

ΦΩΤΟΣΚΙΑΣΕΙΣ


 











Κι όταν πριν λίγο σκύψατε,
βαθύ πηγάδι εντός μου.
Κόκκινο διαυγές, φρέσκο κρασί το φως μου,
πως τολμά και από που σας αντιφέγγει;
- σας τύλιξα γλυκό σκοτάδι μέλι.

Φωνάξτε τους γνωστούς εθελοντές
που σας χτυπάνε κάρτα χρόνια,
καινούργια έχουνε αποστολή,
να γλύφουν τους πηχτούς σας φόβους.

Γελώ που τα κατάφερα και γίνατε
με το στανιό δικοί μου φίλοι,
και μου εξιστορείτε σχεδόν νοσταλγικά
ουτοπικές φωτός σας αναμνήσεις.

Για λίγο να ξέρετε κι αυτό,
άλλωστε δεν μοιράζομαι ποτέ το στέρημα μου,
κάλλιο να σας γυρίσω πίσω,
στις λάμπες φθορισμού που ονοματίζατε ζωή.
Κι όσο για το σκοτάδι, το 'χω ξαναδεί,
μια πολιτεία ενοχές χαρτογραφεί εντός σας.

Μόνη,  μ' αρχαίο κλεφτοφάναρο,
θα με φωτίσω φλέβα-φλέβα,
όχι πως τάχα εγώ είμαι η εκλεκτή,
μα πάντα με βαραίνανε τα περσινά μου ρούχα.

Αργότερα μπορεί και να τα ξαναπούμε,
όταν αδειάσουν οι βυθοί,
και πικραθούν τα μέλια,
σε θάλασσα Αυγουστιάτικα ζεστή,
αράδες αναδυομένες Αφροδίτες.

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Θα ντύνομαι τα ακριβά μου πάθη



Θ΄ανταμωθούμε ξανά  με το χρόνο,
στιγμές αιχμηρές κι ανάλαφρες,
που ζωγραφίζουν ελαιώνες αίμα.

Καμβάς και ξετυλίγομαι,
για να με μουντζουρώνεις,
με τέμπερες, θυμό και σπέρμα.

Δεν έμεινε καιρός.

Θα βαφτίζω κάθε ηδονή και ψέμα
σε καθαρό κρασί ανέρωτο,
θα ντύνομαι τα ακριβά μου πάθη
να τα λικνίζω σε αστικές χοροεσπερίδες.

Τα πρωινά θα με φοβάμαι σαν παιδί,
ολόγυμνη σε θλιβερά γραφεία.

Δεν έμεινε καιρός.

Σάρκα ως ανάμνηση και χειραποσκευή
θα πάρω μόνο σ’εκείνο το ταξίδι.
Ανόητοι, θαρρείτε την
ψυχή για φωτοστέφανο.

Δεν έμεινε καιρός.

Ότι κατάφερα κι αγάπησα
μουλιάζει στις άκρες των δαχτύλων μου.
Μελανιασμένα αποτυπώματα
σε ιδρωμένες πλάτες.
Ανόητη, που ξόδεψες το βλέμμα σου
σε ηλιοβασιλέματα.

Δεν έμεινε καιρός.

Σαπουνιστήκαμε προχθές σκοτάδι
και ξεπλυθήκαμε έρωτα ηλιόλουστοι.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

ΚΟΜΠΟΛΟΪ










Αίμα κι αλμύρα.
Βουτώ το ψωμί μου,
βουτάς την ενοχή σου.
Πασαλειφτήκαμε απληστία,
χορτάσαμε οθόνες,
παχύναμε σαν ματαιοδοξίες.
Τις νύχτες ξύνω στρώσεις λίπος,
τα πρωινά λιμπίζομαι το κρέας αλλονών.
Και πάντα οι συνήθεις ίδιοι
ακάλεστοι στο φαγοπότι.
Δέκα λασπωμένες αλήθειες,
εκατό μουτζουρωμένες δικαιοσύνες,
και όλα μαύρο κομπολόϊ.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Ακροστιχίδα


Θέλω να πω μια ιστορία,
ραμμένη με κόκκινες κλωστές
που τις ξηλώνω πάντα με μανία.
Να ζει μου λες ή νάζι;  Τολμάς;
Θα με γαζώσω στρίφωμα
κάτω απ το γόνατο σου
και σταυρουδάκι φυλαχτό
σε άφθαρτη φανέλα.

Θέλω να γίνω μια ιστορία ,
με μάχες, ουρανούς και οπωσδήποτε συνθήκες,
να με διδάσκεις πλαγιαστή και υπογραμμισμένη,
νύχτες να με διηγείσαι σιωπηλά
σε συντροφιά με αλκοόλ και γερασμένα πάθη.

Μα τώρα είμαι το πρώτο σου φωνήεν,
ασύμφωνο και στρογγυλό, καμπύλη.
Το ο που μισανοίγει τον παράδεισο,
το ι στην έκρηξη του όχι,
κάποτε και το α στο τέρμα μιας πλήξης.
Ακροστιχίδα ατελής
του ποιητή παιχνίδι.