Τρίτη 1 Ιουνίου 2010
ΚΟΜΠΟΛΟΪ
Αίμα κι αλμύρα.
Βουτώ το ψωμί μου,
βουτάς την ενοχή σου.
Πασαλειφτήκαμε απληστία,
χορτάσαμε οθόνες,
παχύναμε σαν ματαιοδοξίες.
Τις νύχτες ξύνω στρώσεις λίπος,
τα πρωινά λιμπίζομαι το κρέας αλλονών.
Και πάντα οι συνήθεις ίδιοι
ακάλεστοι στο φαγοπότι.
Δέκα λασπωμένες αλήθειες,
εκατό μουτζουρωμένες δικαιοσύνες,
και όλα μαύρο κομπολόϊ.
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Ακροστιχίδα
Θέλω να πω μια ιστορία,
ραμμένη με κόκκινες κλωστές
που τις ξηλώνω πάντα με μανία.
Να ζει μου λες ή νάζι; Τολμάς;
Θα με γαζώσω στρίφωμα
κάτω απ το γόνατο σου
και σταυρουδάκι φυλαχτό
σε άφθαρτη φανέλα.
Θέλω να γίνω μια ιστορία ,
με μάχες, ουρανούς και οπωσδήποτε συνθήκες,
να με διδάσκεις πλαγιαστή και υπογραμμισμένη,
νύχτες να με διηγείσαι σιωπηλά
σε συντροφιά με αλκοόλ και γερασμένα πάθη.
Μα τώρα είμαι το πρώτο σου φωνήεν,
ασύμφωνο και στρογγυλό, καμπύλη.
Το ο που μισανοίγει τον παράδεισο,
το ι στην έκρηξη του όχι,
κάποτε και το α στο τέρμα μιας πλήξης.
Ακροστιχίδα ατελής
του ποιητή παιχνίδι.
Τετάρτη 12 Μαΐου 2010
Εγκράτεια
Τίποτα ολόκληρο,
μισόκλειστο μάτι
δειλή και η υποδοχή.
Τίποτα για πάντα,
μια βδομάδα θα σε περιμένω,
δυο λεπτά θα σε ακούσω.
Κάτι λίγο για το δρόμο,
ένα κλωναράκι φιλιά
μια χουφτίτσα αγγίγματα.
Συνήθεια οι σταγόνες,
οι καταρράχτες καρτποστάλ.
Αν τα μετρήσω όλα ,
δυο άγριες παλάμες
που γλείφω να χορτάσω.
Μα είδα φεγγάρια ολόκληρα
και φωτισμένους δρόμους,
νύχτα κολύμπησα σ’ ωκεανό
και αγκαλιές με σφίξανε δεμάτια.
Τι τίποτα, τι όλο, τι πολύ,
το κάτι του
σαν φορτωμένο δέντρο.
Κι εγώ τρυγώ,
μια γεύση,
μια οσμή,
μια βλεφαρίδα βλέμμα.
Γυμνή στον άσπρο ίσκιο του,
καλότυχη φτωχή.
μισόκλειστο μάτι
δειλή και η υποδοχή.
Τίποτα για πάντα,
μια βδομάδα θα σε περιμένω,
δυο λεπτά θα σε ακούσω.
Κάτι λίγο για το δρόμο,
ένα κλωναράκι φιλιά
μια χουφτίτσα αγγίγματα.
Συνήθεια οι σταγόνες,
οι καταρράχτες καρτποστάλ.
Αν τα μετρήσω όλα ,
δυο άγριες παλάμες
που γλείφω να χορτάσω.
Μα είδα φεγγάρια ολόκληρα
και φωτισμένους δρόμους,
νύχτα κολύμπησα σ’ ωκεανό
και αγκαλιές με σφίξανε δεμάτια.
Τι τίποτα, τι όλο, τι πολύ,
το κάτι του
σαν φορτωμένο δέντρο.
Κι εγώ τρυγώ,
μια γεύση,
μια οσμή,
μια βλεφαρίδα βλέμμα.
Γυμνή στον άσπρο ίσκιο του,
καλότυχη φτωχή.
Τετάρτη 5 Μαΐου 2010
Ποτέ δεν πρασινίζει
Ανέμελα σφυρίζοντας ο ουρανός δεν χαμηλώνει,
όσο κι αν του χαμογελούν ολόλευκα οι επιθυμίες.
Κι εκείνο το χορτάρι που το νοτίζουν βλέφαρα
στο περιβόλι μιας αυγής, ποτέ δεν πρασινίζει.
Δάχτυλα θερμοφόρες σε μαρμαρένια ανατριχίλα
για ν’ αναβλύζει αστείρευτα σπέρματα προδοσία.
Ξανθό ασκί πού λίκνιζες ξέχειλο υποσχέσεις
και πάλι μόνο άγριους θάμνους κανακεύεις.
Κουδούνιζαν στις κλειδαρότρυπες τα όνειρα
συνθέταν κρότους σεισμικούς και αναθυμιάσεις.
Που να κρυφτείς, και πως θα ξημερώσει;
Να μασουλάς δυο περσινά φιλιά κάτω απ τη γλώσσα,
να ξεφλουδίζεις σιωπηλά δυό ξεραμένα χάδια,
κι όταν η προίκα σου θα λιώσει απ' την οργή
θα δείς στον ξύπνιο τους ζωγραφιστή ανατολή
και στον δικό σου φεγγαρένιο αίμα.
Σάββατο 17 Απριλίου 2010
ΘΕΛΗΜΑΤΑ
'Οταν την πρωτοείδα ήμουν πιτσιρίκος. Κουτσοβοήθησα στην μετακόμιση στο καινούργιο της σπίτι. Νιόπαντρη, με το χαμόγελο της να υπερβάλλει μια αψεγάδιαστη ομορφιά. Όλη η έννοια της ήταν εκείνη η ολοκαίνουργια σκαλιστή σερβάντα που τοποθετήθηκε με μεγάλη φροντίδα ακριβώς κάτω από το παράθυρο του σαλονιού.
Μετά πέρασαν χρόνια. Όταν την ξαναείδα της κουβάλησα τσουβάλια χώμα που είχε παραγγείλει για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο. Χήρα, με την θλίψη να υπογραμμίζει μια συννεφιασμένη γοητεία που δεν έλεγε να την αφήσει.
Τελευταία φορά που την είδα ήταν πέρσι. Εγώ μαζί με έναν ακόμη γείτονα την ξεκρεμάσαμε από την θηλιά του δέντρου που βρέθηκε νεκρή. Κανείς δεν πίστευε πως ήταν δυνατόν να μεγαλώσει τόσο πολύ μια ακακία, μέσα σε μια σερβάντα, κάτω από το παράθυρο, στο σαλόνι. Οι ρίζες της ξεχύνονταν μέσα από τα ξεχαρβαλωμένα συρτάρια, κάτασπρος ορμητικός χείμαρρος ολόιδιος με τα λυτά μαλλιά της.
Μετά πέρασαν χρόνια. Όταν την ξαναείδα της κουβάλησα τσουβάλια χώμα που είχε παραγγείλει για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο. Χήρα, με την θλίψη να υπογραμμίζει μια συννεφιασμένη γοητεία που δεν έλεγε να την αφήσει.
Τελευταία φορά που την είδα ήταν πέρσι. Εγώ μαζί με έναν ακόμη γείτονα την ξεκρεμάσαμε από την θηλιά του δέντρου που βρέθηκε νεκρή. Κανείς δεν πίστευε πως ήταν δυνατόν να μεγαλώσει τόσο πολύ μια ακακία, μέσα σε μια σερβάντα, κάτω από το παράθυρο, στο σαλόνι. Οι ρίζες της ξεχύνονταν μέσα από τα ξεχαρβαλωμένα συρτάρια, κάτασπρος ορμητικός χείμαρρος ολόιδιος με τα λυτά μαλλιά της.
Κυριακή 11 Απριλίου 2010
Σημεία στίξης
Ευέλικτη.
Χωρούσε αγόγγυστα σε μια παρένθεση.
Με κάθε φεγγαρόφωτο την μεταμόρφωνε σε πρόταση,
αντικείμενο και υποκείμενο εύκολα παίζοντας εναλλάξ.
Όσο για ρήματα, αμέτρητος σαρκαστικός κατάλογος.
Θαυμάζει, εμπιστεύεται, χαιδεύει, παθιάζεται,
ζηλεύει, θυμώνει, αγαπάει, κοροιδεύει, φοβάται....
Πριν φανεί το πρώτο φως της έβαζε με βιάση άνω τελεία.
Εκείνη ριγώντας, κουκουλωνόταν σαν παλτό ξανά τις δυο μικρές καμπύλες.
Κάποτε τους πήραν είδηση ανελέητα τα κόμματα,
δεχότανε πυρά ορυμαγδόν και από τις παύλες.
Μερόνυχτα αμύνονταν μόνο μ΄αποσιωπητικά.
Στο τέλος την παρέδωσε δεμένη με αγκύλες.
Ήταν πανσέληνος που έβαλε ολόμαυρη τελεία.
Μονάχα δύο δάκρυα, ολόιδια εισαγωγικά, κυλήσανε απ’ τα υγρά της μάτια.
Τα κράτησε κι αυτά για αναμνηστικό που στρίμωξε,
σε κάποια μύχια σκέψη που ντύθηκε επίσημα επίλογος.
« Να ξέρεις σ’ονειρεύτηκα στην αγκαλιά μου ολόγυμνη, χωρίς ερωτηματικά,
ολόκληρη έμοιαζες η βασική πάραγραφος σ’ ένα κυρίως θέμα!».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




