Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Θα ντύνομαι τα ακριβά μου πάθη



Θ΄ανταμωθούμε ξανά  με το χρόνο,
στιγμές αιχμηρές κι ανάλαφρες,
που ζωγραφίζουν ελαιώνες αίμα.

Καμβάς και ξετυλίγομαι,
για να με μουντζουρώνεις,
με τέμπερες, θυμό και σπέρμα.

Δεν έμεινε καιρός.

Θα βαφτίζω κάθε ηδονή και ψέμα
σε καθαρό κρασί ανέρωτο,
θα ντύνομαι τα ακριβά μου πάθη
να τα λικνίζω σε αστικές χοροεσπερίδες.

Τα πρωινά θα με φοβάμαι σαν παιδί,
ολόγυμνη σε θλιβερά γραφεία.

Δεν έμεινε καιρός.

Σάρκα ως ανάμνηση και χειραποσκευή
θα πάρω μόνο σ’εκείνο το ταξίδι.
Ανόητοι, θαρρείτε την
ψυχή για φωτοστέφανο.

Δεν έμεινε καιρός.

Ότι κατάφερα κι αγάπησα
μουλιάζει στις άκρες των δαχτύλων μου.
Μελανιασμένα αποτυπώματα
σε ιδρωμένες πλάτες.
Ανόητη, που ξόδεψες το βλέμμα σου
σε ηλιοβασιλέματα.

Δεν έμεινε καιρός.

Σαπουνιστήκαμε προχθές σκοτάδι
και ξεπλυθήκαμε έρωτα ηλιόλουστοι.