Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Ακροστιχίδα


Θέλω να πω μια ιστορία,
ραμμένη με κόκκινες κλωστές
που τις ξηλώνω πάντα με μανία.
Να ζει μου λες ή νάζι;  Τολμάς;
Θα με γαζώσω στρίφωμα
κάτω απ το γόνατο σου
και σταυρουδάκι φυλαχτό
σε άφθαρτη φανέλα.

Θέλω να γίνω μια ιστορία ,
με μάχες, ουρανούς και οπωσδήποτε συνθήκες,
να με διδάσκεις πλαγιαστή και υπογραμμισμένη,
νύχτες να με διηγείσαι σιωπηλά
σε συντροφιά με αλκοόλ και γερασμένα πάθη.

Μα τώρα είμαι το πρώτο σου φωνήεν,
ασύμφωνο και στρογγυλό, καμπύλη.
Το ο που μισανοίγει τον παράδεισο,
το ι στην έκρηξη του όχι,
κάποτε και το α στο τέρμα μιας πλήξης.
Ακροστιχίδα ατελής
του ποιητή παιχνίδι.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Εγκράτεια

Τίποτα ολόκληρο,
μισόκλειστο μάτι
δειλή και η υποδοχή.
Τίποτα για πάντα,
μια βδομάδα θα σε περιμένω,
δυο λεπτά θα σε ακούσω.
Κάτι λίγο για το δρόμο,
ένα κλωναράκι φιλιά
μια χουφτίτσα αγγίγματα.
Συνήθεια οι σταγόνες,
οι καταρράχτες καρτποστάλ.
Αν τα μετρήσω όλα ,
δυο άγριες παλάμες
που γλείφω να χορτάσω.
Μα είδα φεγγάρια ολόκληρα
και φωτισμένους δρόμους,
νύχτα κολύμπησα σ’ ωκεανό
και αγκαλιές με σφίξανε δεμάτια.
Τι τίποτα, τι όλο, τι πολύ,
το κάτι του
σαν φορτωμένο δέντρο.
Κι εγώ τρυγώ,
μια γεύση,
μια οσμή,
μια βλεφαρίδα βλέμμα.
Γυμνή στον άσπρο ίσκιο του,
καλότυχη φτωχή.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Ποτέ δεν πρασινίζει



Ανέμελα σφυρίζοντας ο ουρανός δεν χαμηλώνει,
όσο κι αν του χαμογελούν ολόλευκα οι επιθυμίες.
Κι εκείνο το χορτάρι που το νοτίζουν βλέφαρα
στο περιβόλι μιας αυγής, ποτέ δεν πρασινίζει.
Δάχτυλα θερμοφόρες σε μαρμαρένια ανατριχίλα
για ν’ αναβλύζει αστείρευτα σπέρματα προδοσία.
Ξανθό ασκί πού λίκνιζες ξέχειλο υποσχέσεις
και πάλι μόνο άγριους θάμνους κανακεύεις.
Κουδούνιζαν στις κλειδαρότρυπες τα όνειρα
συνθέταν κρότους σεισμικούς και αναθυμιάσεις.
Που να κρυφτείς, και πως θα ξημερώσει;
Να μασουλάς δυο περσινά φιλιά κάτω απ τη γλώσσα,
να ξεφλουδίζεις σιωπηλά δυό ξεραμένα χάδια,
κι όταν η προίκα σου θα λιώσει απ' την οργή
θα δείς στον ξύπνιο τους ζωγραφιστή ανατολή
και στον δικό σου φεγγαρένιο αίμα.