Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Στην χώρα του "ποτέ ξανά" (Πρίστινα, Κόσοβο, Ιανουάριος 2010)























Θα' ρθει καιρός που θ' αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα
εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη -
μη βλέπεις εμένα - μην κλαίς
Εσύ εισ' η ελπίδα
άκου θα' ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δεν θα βγαίνουν στην τύχη
Δεν θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γυρμένους απέξω
Και τη δουλεά θα τη διαλέγουμε
δε θα' μαστε αλογα
να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι - σκέψου!-
θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι - καταπίεση - μοναξιά - τιμή -
κέρδος - εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία -
δε θέλω να λέω ψέματα -
δύσκολοι καιροί.
Και θα' ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω - μην περιμένεις κι απο μένα πολλά -
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω καλά
"Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος".
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ' όλα αυτά Μαρία
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ - ΙΔΙΩΝΥΜΟ
(μη με ρωτάτε ακριβώς το γιατί, αλλά βλέπωντας αυτά τα σήματα μπροστά σ'ένα εμπορικό κέντρο στην Πρίστινα θυμήθηκα αυτούς τους στίχους. Σκυφτή και σκεφτική απομακρύνθηκα. Στην επόμενη στροφή δυο νέες εικόνες μου επιβεβαίωσαν πως ο Πήτερ Παν πέρασε ευτυχώς και απο δώ, στον δρόμο για την επιστροφή στη χώρα του ποτέ ποτέ.  Οι καλύτεροι του φίλοι πάντοτε ήταν από τις χώρες του "ποτέ ξανά". )


Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΡΓΑ!














Το μικρό τελευταίο σου κουμπάκι
ξεκούμπωτο σημάδι μοναξιάς,
ολόκληρη φροντίδας ιστορία
σε πρωινά φιλιά αποχωρισμού
στην πόρτα μας.

Το δεύτερο ορφανό σου μαξιλάρι
σε σχήματα αστεία προσμονής μου,
γλυπτό μορφής υπό κατασκευή
σε νύχτες προσχέδιων ονείρων
στο κρεββάτι μας.

Τα χέρια σου αιώνιο γαιτανάκι
ατέλειωτο ταξίδι χωρίς στάσεις,
στο βάθος του ορίζοντα εγώ προορισμός
σε αγκαλιές σωμάτων γεωγραφία
στο κεφαλόσκαλο μας.

Ζωή και αντικείμενα.
Ημικύκλια και πανσέληνοι.
Μισοτελειωμένα παζλ και παιδικές ζωγραφιές.
Το όλο και το τίποτα.
Και κάπου ανάμεσα, σχεδόν εμείς.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Παραμυθάκι



Ζούσανε αυτοί καλά.
Ο δράκος ήτανε μετανάστης
και τον σκοτώνανε σιγά σιγά.
Κι εμείς αδιάφοροι καλύτερα.

Ζούσανε αυτοί καλά.
Η μάγισσα ή κακιά ήτανε έφηβος
και τον φορτώνανε κούφιες υποσχέσεις.
Κι εμείς αμμέτοχοι, καλύτερα.

Ζούσανε αυτοί καλά.
Ο κακός ο λύκος ήτανε φτωχός
και τον πνίγανε όλοι μαζί στα χρέη.
Κι εμείς κουτσομπολεύοντας, καλύτερα.

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου
ποιός είναι ο πιo άδικος;

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Ματ μέρες με γυαλιστερές μυρωδάτες σκέψεις


Άχρωμες, αδιάφορες φιγούρες κινούνται εκνευριστικά στην τηλεόραση, πασπαλισμένες με ξώφαλτσες μουσικές ασανσέρ. Καρφώνω τα μάτια μου στα ανάκατα μαλλιά μου που αντανακλούν στην οθόνη. Δεν ήταν γυαλιστερή η μέρα μου σήμερα, κάτι σε ματ της ανίας θύμιζε περισσότερο. Υπάρχει illustration ζωή άραγε πουθενά αλλού εκτός απ' τα περιοδικά; Και τα κενά πως τα γεμίζεις όταν δεν τα μπουκώνεις με φαγητό; Χαμογελώ όπως μου είπε ο Αντρέας, αλλά η αντανάκλαση σταθερά ασπρόμαυρη. Θέλω να βουτήξω τα πόδια μου σε μουσκεμένη άμμο και να φτιάξω τρέχοντας μια διαδρομή κυματιστή...  Λέτε να την ακολουθήσει κάποιος έστω και από περιέργεια; Θα προλάβει ή  θα μου τη σβήσουνε ζηλόφθονα κύμματα αληθινά;  Στό τέλος της, ( εκεί που παίζει αιώνιο κρυφτό ο ήλιος), θα βάλω ένα μικρό δάσος από φουντωτούς βασιλικούς και θα δέσω πολύχρωμα κουρελάκια. Και όταν ρωτήσει "είναι κανείς εδώ;" θα πεταχτώ με χίλια κατακόκκινα χαμόγελα από την άκρη του δάσους. Έτσι ότι και να γίνει τελικά να δεις που όταν όταν με φέρνει στο μυαλό του η πρώτη σκέψη του θά 'χει πάντα κύμματα και βήματα στην άμμο, χρώματα και αρώματα καλοκαιριού. Πειράζει που θέλω να μ'αγαπούν έστω και ψιλοσκηνοθετημένα;

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Ωδή στην εκκεντρικότητα σου















Αντάμοιψε με. Κόψε μου ρόγες σταφύλι για δροσιά.
Ήλιος μεσόγειος βασίλεψε στην πορφυρένια πόλη.
Πήρες νωπά τα φύλλα από το χώμα, στα δωρίζω μου’πες.
Χρυσός, πορφύρα κι αναστεναγμοί σε στεφανώνανε.
Το δειλινό ο σύντροφος σ’ αιθέριες περιπλανήσεις.
Φεγγάρι της Αθήνας θαμπό σ’ αργυροστόλιζε.
Ο διαλεχτός μπροστάρης των ονείρων,
της μοναξιάς δεινός ήσουνα τροβαδούρος.
Περπάτησες, διάβηκες ανθρώπων τις ψυχές,
Μονάχα μιας τον πόνο σου απευθύνω.
Νοστάλγησα το τρύπιο πανωφόρι μου,
μέσα του έσταζαν μερόνυχτα, κραυγές.
Το πήρες για ενθύμιο, μουσείο των λαθών,
Συλλέκτης ήσουνα σπανίων αισθημάτων,
τα πρόδιδες ευθύς με το που τα καταχωρούσες.
Άραγες γυάλινοι θόλοι εκθέτουν την ψυχή μου,
και ποιός μπορεί να την θαυμάζει;
Αλέτρι ήταν τα μάτια σου σε γόνιμα χωράφια,
είδα τις λάμψεις, κουτή και παρασύρθηκα.
Λόγο το λόγο, ζωές, αρχές εξανεμίστηκαν,
Κι έπειτα, έπειτα άδειασα......
Σαν μπάλλα από αφρό στο σύμπαν ταξιδεύω.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Στις αλμυρές κορφές του παραδείσου


Αλμυρό χιόνι όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου.
Θα σε ανεβάσω στην κορυφή να ψηθεί το παιδικό δέρμα που σε βαζανίζει.
Τα μάτια θα βλέπουν μπλέ, ώσπου να γίνουν ουρανός.
Θα κυλίσω τα δάκρυα σου να διατηρηθούν αιώνια, να μην ξεχνώ πως ώρες ώρες μ'αγαπάς.
Θα γεμίσω τις χούφτες μου και θα στολίσω όλες σου τις βλεφαρίδες.
Λευκές κουρτίνες να τις ανοίξεις διάπλατα να μπει το φως που σου'χω φυλάξει.
Να με περιμένεις, θάρθω να σε βρώ εκεί. Στις αλμυρές κορφές του παραδείσου.
Τώρα δεν προφταίνω. Ανεβοκατεβαίνω στο βυθό για να διαλέξω σπίτι.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Αμμόλοφοι



Άνοιξε τις πόρτες της Ιθάκης,
προχώρα στις άκρες της χαράς,
ήλιε πόσες ώρες φωτιάς θαρρείς
λατρεύει το είναι του κανείς.


Κανείς δεν κλαίει με θυμό
όταν ο πόνος της μέρας βαρύνει,
στάζουν οι πίκρες στις γκρίζες γειτονιές
γεμίζουν χιλιάδες ματιές σου τρελλές.


Τρελλές αμαζόνες θωρώ να γελούν
στην τέντα από κάτω γίνεται γλέντι,
φιέστες χλωμές οι φωνές του καιρού,
απορίες, κραυγές, οι θύτες του καλού.


Καλού θεού πατρίδα το βλέμμα σου
σαν αρμενίζεις τις ελπίδες στο πέλαγο,
αστραπές στα κοραλλένια λειβάδια
σαν δεις πως η χαρά ήταν τρανή μα άδεια.


Άδεια καλάθια ακούμπησες στην πόρτα
προσμένωντας πλήθος αγάπες κι αγκαλιές,
πήρες δυό μάτια κέρινα και άγνωστα,
ήταν μου είπες σκιαγμένα λόγια, άρρωστα.


Άρρωστα περιστέρια σταθήκαν στην αυλή
ένα παιδί μ΄ένα χαμόγελο έσκυψε να τα γιάνει,
τρέξανε οι μοίρες να το περιγελάσουνε
αμμόλοφοι οι Ιθάκες θα τις χαλάσουνε.


ΥΓ. Ενα νησί με δυνατούς ανέμους έχει πάντα αμμόλοφους, τουλάχιστον στα δικά μου πολύχρωμα όνειρα.  Το μόνο που με βασάνιζε με αυτή την πρώτη ανάρτηση ήταν ότι ήθελα να γράψω κάτι καινούργιο, κάτι που να είναι γεμάτο από τους ήχους και τις εικόνες του νησιού μου. Και όλο το ανέβαλα, και όλο το σχεδιάζα στο μυαλό μου, και όλο κάτι τύχαινε... Και τελικά σήμερα το βράδυ ένας φίλος μου είπε με τον τρόπο του ότι για να πας στο καινούργιο χρειάζεται να διασχίσεις μια γέφυρα από το παλιό. Και εγώ  σκέφτηκα ότι ούτως ή άλλως έτσι έχω σχεδιάσει να πατήσω το πόδι μου για πρώτη φορά στο νησί μου. Διασχίζοντας μια παλιά, ξύλινη και φαγωμένη από το αλάτι, προβλήτα. Κάτι σαν γέφυρα ανάμεσα στη σχεδία που με ταξίδευε και στο Elli's island...  Έτσι λοιπόν και αυτό το παλιό εφηβικό ποιηματάκι μου, δεν είναι αυτό που ήθελα να δημοσιεύσω πρώτο, αλλά η γέφυρα για αυτό...